Υποφλοιώδεις Αφασίες

Mε τον όρο υποφλοιώδεις αφασίες εννοούμε τις πιθανές βλάβες, συχνά πολύ μικρής έκτασης, οι οποίες παρουσιάζονται σε επίπεδο υποφλοιώδες και από τις οποίες βέβαια προκαλούνται συγκεκριμένες λειτουργικές δυσχέρειες στη λειτουργική διαδικασία του λόγου.

Οι υποφλοιώδεις αφασίες αποτελούν μεν ένα σημαντικό κεφάλαιο στην αφασιολογία στα πλαίσια της νευροψυχολογίας, αλλά θεωρούμε ότι δεν αποτελούν μία συγκεκριμένη οντότητα, τουλάχιστον στις αρχικές χρονικά περιόδους της νόσου, αλλά διαχωρίζονται ανάλογα με τον εντοπισμό της ή των βλαβών σε εγκεφαλικό επίπεδο. Σίγουρα στη συνέχεια και εφόσον οι βλάβες επεκταθούν τότε είναι δυνατόν να μιλάμε για γενικευμένη υποφλοιώδη λειτουργική βλάβη, άρα και υποφλοιώδη αφασία.

Πριν απ’ όλα όμως θα πρέπει να κατανοήσουμε τη λειτουργική συμβολή του υποφλοιού στις λειτουργίες του λόγου για να μπορέσουμε στη συνέχεια να κατανοήσουμε τους ανάλογους μηχανισμούς αυτού ή αυτών των ειδών αφασίας.

Οι υποφλοιώδεις αφασίες, όπου βέβαια η βλάβη εντοπίζεται αποκλειστικά και μόνο σε υποφλοιώδες επίπεδο, χωρίς να επηρεάζεται σε καμία περίπτωση ο εγκεφαλικός φλοιός, επηρεάζουν βασικές διαδικασίες του λόγου, αλλά και της συνειδήσεως, με την έννοια που δίδει ο αείμνηστος Γεώργιος Χειμωνάς στον όρο συνείδηση, δηλαδή ότι βασικές λειτουργίες του λόγου ταυτίζονται με την έννοια της συνειδήσεως.

Όταν μιλάμε για βασικές λειτουργίες του λόγου εννοούμε τις λειτουργίες εκείνες οι οποίες υποστηρίζουν το σύνολο των φανερών εξειδικευμένων λειτουργιών του.

Για παράδειγμα η ύπαρξη της φωνής είναι μία βασική λειτουργία του λόγου, η οποία θα πάλαιται ανάλογα με την απαιτούμενη για κάθε συγκεκριμένη περίσταση ένταση, και η οποία ένταση ρυθμίζεται από επιμέρους εξειδικευμένες λειτουργικές διαδικασίες. Ακόμα ένα παράδειγμα βασικής λειτουργικής διαδικασίας του λόγου είναι η τεχνική διαδικασία της γραφής, όπου στη συνέχεια θα επικαθίσουν και θα υποστηριχθούν οι εξειδικευμένες λειτουργικές διαδικασίες για το τι θα γραφεί, πως θα γραφεί, κλπ.

Οι βασικές αυτές λειτουργικές διαδικασίες του λόγου, στο μεγαλύτερο σύνολό τους, είναι μεμαθημένες, δηλαδή προέρχονται από τη διαδικασία της μάθησης, γεγονός που σημαίνει ότι σε αυτές τις ίδιες βασικές λειτουργικές δομές θα επικαθίσει και από αυτές θα υποστηριχθεί πλέον στη συνέχεια και η εξειδικευμένη λειτουργική διαδικασία της μάθησης, μέσω της εμπειρίας ή μέσω των συμβολικών στοιχειών, δηλαδή της ανάγνωσης.

Το γεγονός αυτό σημαίνει ότι βλάβη σε υποφλοιώδες επίπεδο, διακόπτει την  επικοινωνία μεταξύ αυτών των βασικών λειτουργικών διαδικασιών με τις πλέον εξειδικευμένες, οπότε παρατηρούμε στοιχειώδεις αντιδράσειες και όχι εξειδικευμένες, παρατηρούμε  αντιδράσεις, που παραπέμπουν σε έλλειψη συνειδήσης και όχι λανθασμένες αντιδράσεις, παρατηρούμε τέλος απόσυρση ή και “ηθελημένη” άγνοια, θα λέγαμε, της επικοινωνιακής διαδικασίας του ασθενή από το σύνολο σε επικοινωνιακό επίπεδο και όχι προσπάθειες να επιβιώσει επικοινωνιακά μέσα στο σύνολο.

Για το λόγο αυτό άλλωστε και παρατηρούμε στις υποφλοιώδεις αφασίες πολλά ή λιγότερα στοιχεία άνοιας, ανάλογα με τον εντοπισμό της βλάβης κυρίως εν τω βάθει.

Ήδη έχουμε αναφέρει σχηματικά τη συνδετική σχέση της εγκεφαλικής νευρολογικής δομής με αυτή της λειτουργικής εγκεφαλικής δομής. Είναι λοιπόν φανερό ότι όσο πιο βαθιά παρατηρείται η βλάβη, τόσο μεγαλύτερη είναι η έκταση σε λειτουργικό επίπεδο που επηρεάζεται από αυτήν, παρ’ ότι αυτή καθ’ αυτή η βλάβη δεν είναι μεγάλη. Διακόπτει όμως τις λειτουργικές συνδέσεις οι οποίες διαδοχικά έχουν αναπτυχθεί πάνω από αυτήν, προς τον εγκεφαλικό φλοιό. Αυτό σημαίνει επίσης ότι όλες οι εξειδικευμένες λειτουργικές διαδικασίες του λόγου, αλλά και γενικότερα, έχουν τη δυνατότητα να εμφανισθούν και μάλιστα εμφανίζονται, αλλά δεν έχουν την υποστήριξη από τις βασικές διαδικασίες του λόγου, οπότε η εικόνα τους δεν είναι η αναμενόμενη για το συγκεκριμένο άτομο, είτε σε σχέση με το επίπεδο μόρφωσής του, είτε με το κοινωνικό του επίπεδο, είτε με το ψυχικό του επίπεδο.

Για το λόγο αυτό άλλωστε και οι ασθενείς αυτοί έχουν την εικόνα ασθενή με άνοια, η οποία όμως, αν η βλάβη ή οι βλάβες δεν αυξάνουν (ανάλογα με το είδος τους) τότε ο ασθενής παραμένει σε ένα συγκεκριμένο επίπεδο παθολογικών δυσχερειών, οπότε υπάρχει δυνατότητα επεμβατικής θεραπευτικής διαδικασίας μέσω της νευρογλωσσολογικής λογοθεραπείας, έστω και αν αυτή είναι μακροχρόνια.

Σε αντίθετη περίπτωση όμως δεν υπάρχει περίπτωση θετικής εξέλιξης, αφού οι βλάβες σταδιακά αυξάνουν, οπότε πλέον μιλάμε για άνοια, η οποία θα πρέπει να ελεγχθεί, όσο είναι δυνατόν, με φαρμακευτική αγωγή από τον αρμόδιο νευρολόγο.

Όπως αναφέραμε και πριν ο εντοπισμός της βλάβης σε επίπεδο μάλιστα λοβών είναι αυτός που θα καθορίσει και τις αναμενόμενες δυσχέρειες.

Αυτό σημαίνει ότι σε επίπεδο λειτουργίας του λόγου στα αρχικά στάδια της νόσου θα πρέπει να περιμένουμε δυσχέρειες, οι οποίες θα έχουν άμεση σχέση με τις λειτουργικές διαδικασίες οι οποίες εξαρτώνται από το συγκεκριμένο εγκεφαλικό λοβό, όπου παρατηρείται η βλάβη.

Top